The pande[a]mo project ©

Το project pande[a]mo ‘έτρεξε’ σε μια περίοδο που ο χρόνος, αν όχι στατικός, σίγουρα ήταν διεσταλμένος, ράθυμος, βαρύς, δυσκίνητος. Είχε μετουσιωθεί σε μονάδα μέτρησης συναισθημάτων, εφόσον μέσα στην μεγάλη διεσταλμένη κοιλιά του, φιλοξενούσε πλέον τους ψιθύρους των ψυχών μας και όχι την οχλοβοή των συμπυκνωμένων ημερών. Ένας χρόνος πραγματικός, χωρίς τα σημεία στίξης του.

Για αρκετές εβδομάδες, κάθε βράδυ, με μια κάμερα και παρέα τον τετράποδο φίλο –κυριολεκτικά φύλακά- μου, έβγαινα να συνομιλήσω με το χρόνο. Μιας και δεν μπορούσε πλέον να χωρέσει σε κάποιο ραντεβού, έπρεπε να τον ψάξω στα σκηνικά ενός άδειου και ερειπωμένου αστικού τοπίου. Ένας χρόνος που δεν κρυβόταν, αλλά έπρεπε να κοπιάσω ώστε να τον ανακαλύψω και να τον αποτυπώσω, για να μου χαριστεί σε λίγο ‘διάλογο’.

Ο ‘διάλογος’ αυτός φανερωνόταν στους άδειους δρόμους και τις πλατείες, που δέσποζαν τώρα ανεμπόδιστα με τα φώτα και τις σκιές, ως τα καλά τους ρούχα. Το volume της οχλοβοής, γυρισμένο στο μηδέν, επέτρεπε στον ήχο από το ραδιοφωνάκι μιας ταράτσας να με κατακλύσει ως τα έγκατα, αλιεύοντας από εκεί μνήμες περασμένων δεκαετιών. Το βουητό της ανθρώπινης κυψέλης φαινόταν ν’ ανήκει στο μακρινό παρελθόν. Το παρελθόν ερχόταν στο παρόν και το παρόν ενδημούσε στο παρελθόν. Ο χρόνος χάιδευε την κοιλιά του σαν Βούδας. Και, ξάφνου, εκεί που όλα συνηγορούσαν στην ερήμωση, τα παράθυρα των πολυκατοικιών, υποδήλωναν ότι, σε κάποια διάσταση, μια κάποια ζωή, διαφορετική από την συνηθισμένη, συνεχιζόταν.

Για όσο διήρκησε το project , αλλά και κατοπινά, ανασύροντας από την μνήμη μου τα πλούσια βιώματα της περιόδου εκείνης, αναδύονται – ξανά – και όλα τα συναισθήματα που γεννήθηκαν μέσα μου τότε και με συντροφεύουν μέχρι σήμερα. Καταλήγω σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Η Φωτογραφία ήταν ένας μοναδικός, βοηθητικός, ελεύθερος και αβίαστος τρόπος να διεργαστώ την ραγδαία αυτή αλλαγή στις ζωές όλων μας. Να αποτυπώσω, ώστε να μοιραστώ μια μέρα αυτήν μου την εμπειρία και να μιλήσω με τη δική μου ‘εσωτερική πόλη’, η οποία περιήλθε, αναγκαστικά και αυτή, σε μεγαλύτερη ησυχία και απουσία εκείνη την περίοδο. Το υλικό θα μιλήσει πολύ διαφορετικά στον καθένα που θα το δει και αυτό ακριβώς συνιστά και την διαχρονική του αξία. Ότι η δική μου θέαση, σε πρόσμιξη με το δικό μου κόσμο, θα μπορεί μια μέρα να τέμνεται ή να συνυπάρχει με τη θέαση κάποιου άλλου που δεν ήταν πλάι μου μεν εκείνη τη στιγμή, που μπορεί να έζησε ή να μην έζησε καθόλου (αν μιλάμε για κάποιον που μπορεί να δει αυτό το υλικό 100 χρόνια μετά, για παράδειγμα) εκείνη την περίοδο, αλλά που θα μπορεί να συνομιλεί με τις εικόνες που εγώ αποθησαύρισα από το οπτικό λεξικό της πανδημίας.

Η Θεραπευτική Φωτογραφία οδηγεί σε μια διαδικασία αναστοχασμού, αλλάζει την οπτική, όπως και την εστίαση απέναντι σε πολλές και διάφορες πλευρές της καθημερινότητας, χωράει, νοηματοδοτεί αλλά και ερμηνεύει τον κόσμο και τον εαυτό μας, και αποτελεί έναν εξαιρετικό δρόμο ενσυνειδητότητας, βοηθώντας μας να παρατηρούμε σε βάθος το πώς τοποθετούμαστε απέναντι στο ‘κάδρο’ του κόσμου και της ζωής μας, πώς σκεφτόμαστε, πώς βλέπουμε και πώς αισθανόμαστε.

Εκεί που οι λέξεις, συχνά, αδυνατούν να αποδώσουν μία συνειδησιακή ή συναισθηματική κατάσταση, η σκυτάλη περνά στην εικόνα. Μία εικόνα, χίλιες λέξεις.

 

Αλέξανδρος Χριστοδουλόπουλος
Αθήνα, 10 Νοεμβρίου 2021

Όποιος ενδιαφέρεται να δει, να αγοράσει, να εκθέσει ή επιθυμεί να χορηγήσει την έκθεση του υλικού αυτού, μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μου στο alex.christodoulopoulos@gmail.com